Το μαγικό βάζο.



Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άτυχος άνθρωπος. Το σπίτι του ήταν πολύ μικρό και επίσης πολύ φτωχικό. Ήταν γεμάτο ποντίκια και φωλιές από αράχνες και κατσαρίδες...
Οι άνθρωποι απέφευγαν να μπουν μέσα – γιατί θα έπρεπε να κρατάνε κλειστή την μύτη τους-;
Ο άνθρωπάκος πίστευε ότι η φτώχεια ήταν η αιτία για όλες αυτές τις κακοτυχίες. Η μόνιμη κακή του μοίρα. Κάποια στιγμή ο φτωχός άνθρωπος επισκέφθηκε μια μάγισσα και της παραπονέθηκε για την φτώχεια αλλά και την κακή του ζωή. Η μάγισσα τον λυπήθηκε και του έδωσε ένα ανεκτίμητο βάζο, λέγοντας του : Αυτό είναι ένα μαγικό βάζο που θα σε απαλλάξει από την φτώχεια σου.
Ο φτωχός πήρε το βάζο και αρχικά σκέφθηκε να το πουλήσει και να ξοδέψει τα χρήματα σε ποτά, ως συνήθως, άλλωστε τι να το κάνει τόσο καλό και όμορφο βάζο; Μετά άρχισε να θαυμάζει το βάζο και δεν ήθελε να το πουλήσει. Έτσι, το πήγε στο σπίτι του, το έβαλε επάνω στο τραπέζι και άρχισε να το θαυμάζει.
-        Δεν είναι όμορφο ένα τόσο όμορφο πράγμα να είναι άδειο, σκέφθηκε. Μάζεψε μερικά αγριολούλουδα και τα έβαλε μέσα στο βάζο. Έγινε ακόμη πιο όμορφο!
-        Δεν είναι καλό, σκέφθηκε, που ένα τόσο όμορφο πράγμα να στέκεται δίπλα σε έναν ιστό αράχνης.
Έτσι, άρχισε να καθαρίζει το σπίτι του από τις αράχνες, τις κατσαρίδες αλλά και τα ποντίκια. Καθάρισε την σκόνη, το σφουγγάρισε και μετά το έβαψε.
Το σπίτι έγινε πεντακάθαρο και αμέσως έδειξε ότι δεν ήταν φτωχό αλλά ζεστό και φιλόξενο.
Έτσι ο φτωχός δεν ήταν πλέον φτωχός αλλά ένας εργαζόμενος που δεν είχε πια χρόνο να σκέπτεται την φτώχεια και την μιζέρια του.