Ο ταξιτζής και η ηλικιωμένη



Πριν από πολλά χρόνια είχα εργαστεί ως οδηγός ταξί.
Μια μέρα πήρα έναν επιβάτη στην μέση της νύχτας. Όταν έφτασα στην διεύθυνση, το κτίριο ήταν πολύ σκοτεινό, εκτός από ένα φως στην είσοδο. Πολλοί οδηγοί απλά θα περίμεναν κορνάροντας, θα περίμεναν μερικά λεπτά και μετά θα έφευγαν κάτω από αυτές τις συνθήκες...
Αλλά σκέφτηκα ότι οι επιβάτες μπορεί να χρειαζόταν την βοήθειά μου. Έτσι πήγαινα πάντα στην πόρτα και χτυπούσα. Έτσι έκανα και αυτή την φορά. Άκουσα την φωνή μιας ηλικιωμένης Κυρίας : “…μισό λεπτό έρχομαι…”. H πόρτα άνοιξε και είδα μια μικροκαμωμένη κυρία που πρέπει να ήταν πάνω από ογδόντα ετών, φορούσε ένα μακρύ φόρεμα και ένα εντυπωσιακό καπέλο. Στα χέρια της κρατούσε μια μικρή βαλίτσα. Έτσι πήρα την βαλίτσα και την βοήθησα να φτάσει μέχρι το ταξί. “ Ευχαριστώ για την ευγένειά σου” – μου είπε. “Δεν κάνει τίποτα” – απάντησα – “…προσπαθώ να συμπεριφέρομαι στους επιβάτες όπως θα ήθελα να συμπεριφέρονται στην μητέρα μου”.
Μπήκαμε στο ταξί, μου έδωσε την διεύθυνση και ρώτησε: “ Θα μπορούσες να πας από το κέντρο;” Της είπα, ότι αυτός δεν είναι ο συντομότερος δρόμος. “ Το γνωρίζω, αλλά δεν υπάρχει βιασύνη, πάω στο γηροκομείο. Δεν μου έχει απομείνει οικογένεια”. Πρόσεξα δάκρυα στα μάτια της.
Έκλεισα τον μετρητή και ρώτησα, από ποιο δρόμο θέλει να πάμε. Καθώς οδηγούσα μέσα από τη πόλη, η γυναίκα μου έδειχνε τις περιοχές, που ήταν σημαντικές για αυτή. Σε αυτό το κτήριο είχε δουλέψει ως τηλεφωνήτρια. Το σπίτι, που νοίκιασε με τον άνδρα της μετά τον γάμο. Μια αποθήκη, που ήταν αίθουσα χορού για πάρα πολλά χρόνια, εκεί έκανε χορό, όταν ήταν μικρή.
Μετά από δύο ώρες περιήγησης μου είπε :  “…κουράστηκα, ας πάμε τώρα στον προορισμό μας”.
Μόλις φθάσαμε στην διεύθυνση που μου έδωσε, δύο συνοδοί ήρθαν. Φαινόταν σαν να την περίμεναν. Έβγαλα τις βαλίτσες της κυρίας, ενώ οι βοηθοί την τοποθετούσαν σε αναπηρικό αμαξίδιο. “ Πες μου, τι σου οφείλω;” ρώτησε. Της είπα ότι δεν με οφείλει τίποτα. “ Αλλά πρέπει και εσύ να ζήσεις”. “ Υπάρχουν πολλοί άλλοι επιβάτες”, - της απάντησα δίνοντας την μια αγκαλιά. Με αγκάλιασε και εκείνη πολύ σφιχτά. “ Σε ευχαριστώ πολύ για τις στιγμές χαράς που μου έδωσες”, μου είπε.
Καθώς περπατούσα προς το ταξί, άκουσα την πόρτα να κλείνει πίσω μου. Ένοιωσα σαν να έκλεινα τον κύκλο ζωής ενός ανθρώπου.
Εκείνη την ημέρα δεν πήρα κανέναν άλλο επιβάτη, οδηγούσα χωρίς κανένα σκοπό, χαμένος στις σκέψεις μου γύρω από την γυναίκα. Τι θα συνέβαινε αν έπεφτε σε κάποιο νευρικό ή αδιάφορο οδηγό, που βιαζόταν να τελειώσει την ημέρα του; Έχω την αίσθηση ότι αυτή ήταν η πιο σημαντική κούρσα της ζωής μου.
Ψάχνουμε πάντα για μεγάλες στιγμές, ενώ μερικές φορές είναι εκεί που δεν το περιμένουμε, όμορφα τυλιγμένες σε κάτι που μπορεί να μας φανεί ασήμαντο.